πῶλοι

πῶλοι
πῶλος
foal
masc/fem nom/voc pl

Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.

Игры ⚽ Нужно сделать НИР?

Look at other dictionaries:

  • Πῶλοι — Πῶλος foal masc nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πώλος — Όνομα ιστορικών προσώπων. 1. Ακραγαντίνος σοφιστής και διδάσκαλος της ρητορικής, μαθητής του μεγάλου σοφιστή Γοργία. Αναφέρεται συχνά στους πλατωνικούς διαλόγους. Έγραψε την Τέχνη, ποίημα ρητορικό, γενεαλογία των Ελλήνων που είχαν πάρει μέρος… …   Dictionary of Greek

  • INNUS — Graece ἴννος pullus equi et asinae, vide supra Hinnus. Item παῖς fil. Hesych. ἴννους, παῖδας. Unde innulus vel hinnulus, παῖς ἐλαφου ἴνα enim Graeci loquuntur, πῶλοι, παῖδες ἵππων. Sic Latini filios et liberos. Isid. Innuli filit sunt cervorum.… …   Hofmann J. Lexicon universale

  • PYRAECHMES — Rex Euboeae. Ptol. in Parallelis: Πυραιχμης, βασιλεὺς Ε᾿υβοιέων ἐπολέμει Βοιωτοῖς, ὃν Η῾ρακλῆς, ἔτι νέος ὤν, ἐνίκησεν. Πώλοις δὲ προσδήσας, καὶ ἐις δύο μέρη διελὼν τὸν Πυραίχμην ἂταφον ἔῤῥιψεν: ὁ δὲ τόπος προσαγορεύεται Πῶλοι Πυραίχμου. κεῖται δὲ …   Hofmann J. Lexicon universale

  • κομμωτής — ο, θηλ. κομμώτρια (AM κομμωτής θηλ. κομμώτρια) [κομμώ (II)] αυτός που κόβει, χτενίζει και περιποιείται τα μαλλιά αρχ. καλλωπιστής (α. «τῷ τῆς δεσποίνης κομμωτῇ», Λουκιαν. β. «καὶ πῶλοι συνίτωσαν ὥσπερ γυναικὸς πολυτελοῡς τῆς τραγῳδίας κομμωταί»,… …   Dictionary of Greek

  • ξενοπαθώ — ξενοπαθῶ, έω (Α) ενοχλούμαι από κάτι παράξενο και ασυνήθιστο («ὥσπερ οἱ πῶλοι τοὺς συνήθεις ἐπιβάτας ποθοῡντες, ἐὰν ἄλλον φέρωσι, πτύρονται και ξενοπαθοῡσι», Πλούτ.). [ΕΤΥΜΟΛ. < ξένος + παθῶ (< παθής < πάθος), πρβλ. δεινο παθώ] …   Dictionary of Greek

  • ποτνιεύς — έως, ὁ, θηλ. ποτνιάς, άδος, Α 1. ο κάτοικος τών Ποτνιών 2. αυτός που κατάγεται από την πόλη Πότνιαι 2. (το θηλ. στον πληθ.) αἱ ποτνιάδες προσωνυμία τών Ευμενίδων («Βάκχαι ποτνιάδες», Ευρ.) 3. φρ. α) «Ποτνιεύς Γλαῡκος» τίτλος έργου τού Αισχύλου β) …   Dictionary of Greek

  • προσαπογράφω — Α 1. αναγράφω το όνομα κάποιου ακόμη ως κατηγορουμένου, ενάγω κάποιον ακόμη 2. (το ενεργ. και το μέσ.) (ιδίως σχετικά με κατάλογο) καταγράφω επί πλέον («προσυπογράφονται πῶλοι γ», πάπ.). [ΕΤΥΜΟΛ. < προσ * + ἀπογράφω «καταγράφω, καταθέτω… …   Dictionary of Greek

  • συμπαίω — Α 1. χτυπώ κάτι μαζί με κάτι άλλο («πῶλοι μέτωπα συμπαίουσι... ὄχοις», Σοφ.) 2. (αμτβ.) χτυπώ με κάτι άλλο, συγκρούομαι («ἔριδος συνέπαισε κλύδων», Ευρ.). [ΕΤΥΜΟΛ. < συν * + παίω «χτυπώ με το χέρι, με τη ράβδο ή με το όπλο»] …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”